Είναι γνωστή η κουβέντα και η κόντρα που έχει αναπτυχθεί για το ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου, με τους μεν να υποστηρίζουν τον Pele και τους άλλους να τάσσονται υπέρ του Maradona.
Πολλά έχουν ειπωθεί, πολλά τα επιχειρήματα που έχουν φέρει εκατέρωθεν πλευρές και για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα πρέπει να βάλουμε οπωσδήποτε κάποιον στη κορυφή της πυραμίδας.
Και εγώ πίστευα πως είναι αυτοί οι δύο πρώτα και μετά ακολουθούν όλοι οι άλλοι.
Μέχρι που ανακάλυψα ένα βίντεο με τον Garrincha…
Γεννήθηκε σε μία φτωχογειτονιά της Βραζιλίας, το κακό γι’αυτόν είναι πως γεννήθηκε με σοβαρά προβλήματα,καθώς είχε κυρτή σπονδυλική στήλη,το αριστερό του πόδι ήταν 6 εκατοστά κοντύτερο και είχε κλήση προς τα έξω.
Δεν είχε καταφέρει να περπατήσει μέχρι την ηλικία των εννέα ετών. Οι σκάουτερ το είχαν εντοπίσει καιρό,ωστόσο ο ίδιος,δεν επεδίωκε επαγγελματική καριέρα.
Ευτυχώς, σύντομα άλλαξε αυτή του την απόφαση, όταν και εντάχθηκε στην Botafogo, σε ηλικία περίπου 20 ετών. Είναι η ομάδα στην οποία και έκανε τεράστια καριέρα και καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των περισσότερων βραζιλιάνων σαν κορυφή.
Ο “Μανέ” ζούσε για να παίζει μπάλα και να ντριμπλάρει τους αντιπάλους. ''Μόνο δύο άνθρωποι στην ιστορία κατάφεραν να κατακτήσουν ένα Παγκόσμιο Κύπελλο μόνοι τους: Ο Μαραντόνα το 1986 και ο Γκαρίντσα το 1962'', έλεγε ένας Βραζιλιάνος δημοσιογράφος.
Δεν ήξερε από συστήματα, δεν γνώριζε τι σημαίνει παίζω με σκοπιμότητα. Ο κάθε προπονητής που είχε δεν απαιτούσε από αυτόν να διατηρεί κάποια θέση.
Απλά τον έβαζαν μέσα και στην ουσία του έλεγαν: “Κάνε ότι θέλεις”. Και αυτό έκανε. Έχει ανακηρυχθεί από τη FIFA ως ο κορυφαίος ντριπλέρ στην ιστορία του αθλήματος και όχι άδικα.
Η ελαστικότητα του κορμιού του, η ταχύτητα του και το στοιχείο του απρόβλεπτου που είχε, τον καθιστούσε τον πλέον επικίνδυνο παίκτη για την αμυντική λειτουργία των αντιπάλων του.
Απρόβλεπτος, μαγικός, άπιαστος, εκρηκτικός είναι ορισμένα από τα επίθετα που συνόδευσαν τον Μανουέλ Φραντσίσκο Ντος Σάντος, όπως ήταν το πλήρες του όνομα,στην καριέρα του.
Δυνατό και εύστοχο σουτ,ταχύτητα,εκτελέσεις στημένων,καλές σέντρες και φυσικά εξαιρετική ικανότητα στις ντρίπλες απόρροια της απαράμιλλης τεχνικής του κατάρτισης. Επίσης, παρά το μικρό του μέγεθος (1,69) ήταν ιδιαίτερα νευρικός, δεν έπεφτε εύκολα, δεν καταλάβαινε από σκληρά και αντιαθλητικά μαρκαρίσματα, τα οποία σε εκείνη την εποχή ήταν σήμα κατατεθέν.
Συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη 11αδα του 20υ αιώνα όπως αυτή δημιουργήθηκε από δημοσιογράφους και συγγραφείς. Επίσης, συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη 11αδα των Μουντιάλ όλων των εποχών.
Ο πατέρας του ήταν βίαιος και αλκοολικός, ένα στοιχείο που απέκτησε έπειτα, δυστυχώς και ο ίδιος.
Το μορφωτικό του επίπεδο ήταν ανύπαρκτο και το διανοητικό του επίπεδο, γνωστή η ιστορία όπου μετά το τέλος του τελικού του Μουντιάλ το 1958, όπου η Βραζιλία κέρδισε, έβλεπε τους συμπαίκτες του να πανηγυρίζουν σαν τρελοί και είχε μείνει με την απορία γιατί πανηγύριζαν.
Δεν είχε καταλάβει πως είχε κερδίσει το παγκόσμιο κύπελλο, νόμιζε πως θα είχε και επαναληπτικό αγώνα.
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Εντουάρντο Γκαλεάνο, είχε πει για τον Γκαρίντσα: “Στην ιστορία του ποδοσφαίρου κανείς δεν έκανε περισσότερο κόσμο ευτυχισμένο“.
Πέθανε, λόγω του αλκόολ, σε ηλικία μόλις 49 ετών, περιθωριακός, έχοντας κάνει οκτώ παιδιά και εν συνεχεία εγκαταλείποντας τη γυναίκα του για μία τραγουδίστρια και έχοντας σκοτώσει την ίδια του τη πεθερά, χτυπώντας τη με το αυτοκίνητό του υπό την επίρροια, βεβαίως,αλκοόλ.
Για τους Βραζιλιάνους, ο Garrincha ήταν ανώτερος του Pele.


